ναυπηγώ


ναυπηγώ
[нафпиго] р. строить корабли.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ναυπηγώ" в других словарях:

  • ναυπηγώ — ναυπηγώ, ναυπήγησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ναυπηγώ — (Α ναυπηγῶ, έω) [ναυπηγός] κατασκευάζω πλοία («ἐναυπηγοῡντο νεῶν στόλον», Θουκ.) αρχ. (το μέσ.) ναυπηγοῡμαι, έομαι (μτφ) επινοώ, μηχανώμαι …   Dictionary of Greek

  • ναυπηγώ — ναυπήγησα, ναυπηγήθηκα, ναυπηγημένος, κατασκευάζω πλοίο, σκαρώνω καράβι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ναυπηγῷ — ναυπηγός shipbuilder masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναυπήγημα — το 1. το αποτέλεσμα τού ναυπηγώ, η ναυπήγηση 2. κάθε σκάφος που σύμφωνα με τη ναυπηγική επιστήμη και τέχνη έχει τη δυνατότητα να πλέει και να μετακινείται στο νερό. [ΕΤΥΜΟΛ. < ναυπηγώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1887 στην Εφημερίδα τής… …   Dictionary of Greek

  • ναυπήγηση — η (Α ναυπήγησις) [ναυπηγώ] η ενέργεια τού ναυπηγώ, κατασκευή πλοίου …   Dictionary of Greek

  • προσναυπηγώ — έω, Α ναυπηγώ και άλλα πλοία …   Dictionary of Greek

  • Παγασές — Σημαντική πόλη της αρχαίας Πελασγιώτιδας. Τα ερείπιά της βρίσκονται κοντά στα ερείπια της αρχαίας Δημητριάδας, στην αρχή της εθνικής οδού Βόλου Αθήνας. Οι Π. ήταν επίνειο των αρχαίων Φερών (σημ. Βελεστίνο) και μαζί με την Ιωλκό και την Άλο… …   Dictionary of Greek